Δήμος Παπαδόπουλος
Καθηγητής Κοσμήματος στη Σχολή Καλών Τεχνών Ιωαννίνων Καλλιτέχνης, Σχεδιαστής και Κατασκευαστής Κοσμημάτων
Σαν κλάδος, να αρχίσουμε να χαράσσουμε πορεία και όχι να ακολουθούμε
Συνέντευξη στoν Τάσο Σπανούδη
Από την πόλη των Ιωαννίνων που όντας ακόμη μαθητής, πήγαινε στο σχολείο μέσα από δρόμους πνιγμένους στους ήχους του μαρτελέ, έως το Παρίσι, την πόλη που του ζήτησε να σχεδιάσει κοσμήματα για την πριγκίπισσα Ράνια της Ιορδανίας, ο Δήμος Παπαδόπουλος έχει διασχίσει πολλά χιλιόμετρα του κόσμου είτε πάνω σε χαρτί και μολύβι είτε μπροστά από έναν πάγκο.
Σήμερα, είναι ο καθηγητής στο πρώτο και μοναδικό μάθημα σχεδιασμού κοσμήματος, που διδάσκεται εδώ και ένα εκπαιδευτικό εξάμηνο στη Σχολή Καλών Τεχνών των Ιωαννίνων. Υπέρμαχος της δημιουργικότητας και του μοιράσματος, μας χάρισε απλόχερα ένα κομμάτι της ιστορίας του και μας εξήγησε την πολυδιάστατη σημασία που έχει η δημιουργία ενός μαθήματος πανεπιστημιακού επιπέδου για το κόσμημα.
Κύριε Παπαδόπουλε είστε ο άνθρωπος που διδάσκει το πρώτο και μοναδικό μάθημα κοσμήματος στη Σχολή Καλών Τεχνών στα Ιωάννινα. Μιλήστε μας λίγο για αυτό το εγχείρημα. Έχετε συναντήσει δυσκολίες; Και αντίστοιχα, έχετε λάβει ανάλογη βοήθεια;
Η δημιουργία πανεπιστημιακής Σχολής κοσμήματος ήταν ανέκαθεν πάγιο αίτημα της αργυροτεχνίας στα Γιάννενα αλλά και του κλάδου γενικότερα. Πάντα σκόνταφτε σε ερωτήματα, όπως τι σύστημα εισαγωγής θα υπάρχει, ποια σχολή θα είναι αυτή, από ποιους θα στελεχωθεί, τι επάρκεια γνώσεων θα δώσει. Εύλογα ερωτήματα, που οι Ευρωπαίοι όμως τα έχουν λύσει εδώ και πάρα πολλά χρόνια.
Το θέμα λοιπόν της κατάρτισης στο κόσμημα ήταν αντικείμενο διαπραγμάτευσης για χρόνια στην Ελλάδα, σε μία συνθήκη έντονης απαξίωσης των τεχνικών επαγγελμάτων. Έτσι, η δημιουργία μαθήματος επιλογής για το κόσμημα στη Σχολή Καλών Τεχνών είναι μία πάρα πολύ σημαντική κίνηση, η αρχή για κάτι μεγάλο. Τα πράγματα φαίνεται να αλλάζουν.
Όσον αφορά τις δυσκολίες, αυτές που συναντήσαμε νομίζω ήταν κυρίως γραφειοκρατικές, σε σχέση με τα τεχνικά ζητήματα, αλλά σε γενικές γραμμές όλοι το αγκάλιασαν σαν εγχείρημα. Είναι μία πρωτοβουλία στην οποία συμμετέχουν τα ανώτερα θεσμικά ιδρύματα και νομίζω ότι έχει πάρει το δρόμο της και είναι εξαιρετική. Υπάρχει στήριξη από το δήμο Ιωαννιτών, υπάρχει προφανώς μεγάλη στήριξη από το Πανεπιστήμιο, από το Μουσείο Αργυροτεχνίας, και από τους φορείς στα Γιάννενα. Χωρίς τη συνεργασία αυτών των φορέων δε θα γινόταν τίποτα.
Γιατί τώρα η ένταξη μαθήματος στην Καλών Τεχνών; Τι άλλαξε;
Κάποια στιγμή, βλέποντας την εξέλιξη του «χειροποίητου» στην Ευρώπη ήταν ξεκάθαρο πως δεν πρέπει να μείνουμε πίσω. Διάφοροι ευρωπαϊκοί φορείς έκαναν αξιόλογες και σημαντικότατες προσπάθειες, με τη δημιουργία μουσείων και σχολών σε διάφορες παραδοσιακές τέχνες.
Επίσης, το 2023 καθιερώθηκε ο Μάιος ως μήνας αργυροτεχνίας στα Γιάννενα, ενώ στα τέλη του 2025 η αργυροτεχνία μπήκε στον κατάλογο άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς της Unesco - ένα πάρα πολύ σημαντικό βήμα όπου συνέβαλλε πραγματικά τα μέγιστα ο Δήμος, οι φορείς, ο Σύλλογος των αργυροτεχνιτών Ιωαννίνων, το κέντρο παραδοσιακής Βιοτεχνίας Ιωαννίνων αλλά και το μουσείο αργυροτεχνίας του Πολιτιστικού ιδρύματος Πειραιώς. Αυτά πρέπει να αναφέρονται, γιατί η δουλειά που έχει γίνει από όλους τους φορείς είναι πάρα πολύ μεγάλη.
Έτσι, βρέθηκε ένας υπέροχος καλλιτέχνης κι εξαιρετικός άνθρωπος, ο κοσμήτορας της Σχολής Καλών Τεχνών, ο Βαγγέλης Γκόκας, ο οποίος αφουγκράστηκε όλο αυτό το πράγμα και αντιλήφθηκε ότι για να βοηθήσει, θα πρέπει να ξεκινήσει μαθήματα επιλογής. Έτσι εντάσσεται ένας κλάδος στο ακαδημαϊκό πλαίσιο. Είναι ένα εξαιρετικό πρώτο βήμα.
Το πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και η Κοσμητεία συνέταξαν το πλάνο και το πλήρες πρόγραμμα σπουδών που αφορά το σχεδιασμό, τη μελέτη, την κατασκευή, την ιστορία τέχνης κοσμήματος, τη γεμολογία, τα πάντα, στα πρότυπα των ευρωπαϊκών σχολών. Είναι σίγουρα πολύ νωρίς ακόμα, όμως μπήκαν τα θεμέλια.
Τι σημαίνει επί της ουσίας αυτή η «νίκη» του κλάδου μας για την εκπαίδευση αλλά και για τις επιχειρήσεις;
Είναι κάτι εξαιρετικά σημαντικό, που εξελίσσεται με την έμπρακτη συμβολή των φορέων. Να πούμε εδώ, ότι μέχρι στιγμής η ανταπόκριση φορέων όπως η ΠΟΒΑΚΩ και ο ΣΑΑ, είναι πολύ μεγάλη, ενώ η έμπρακτη στήριξη των ιδιωτών με το που ανακοινώθηκε η ανάγκη μας για υλικοτεχνικό εξοπλισμό, είναι συγκινητική. Άνθρωποι που τους περισσεύει ένα ταναλάκι, ένας κύλινδρος, οτιδήποτε, τα δωρίζουν στη σχολή. Είναι πολύ όμορφο και ελπιδοφόρο να βλέπεις πώς όλοι ενώνονται και μονιάζουν όταν βλέπουν ότι πάει να γίνει κάτι καλό. Η έμπρακτη στήριξη των επαγγελματιών του χώρου είναι καθοριστική.
Υπάρχει κάτι που θα θέλατε να κάνει η Πολιτεία;
Αυτό που πρέπει να σημειώσουμε είναι ότι το Υπουργείο Πολιτισμού τα τελευταία χρόνια έχει κάνει σπουδαία δουλειά, όσον αφορά το κομμάτι της ανάδειξης των παραδοσιακών τεχνών και τεχνικών. Εμείς στην Ήπειρο το ζήσαμε με την υφαντική, με τα πετρόκτιστα στα χωριά, και με τέχνες υπέροχες και αρχαίες όπως αυτή των καραβομαραγκών. Από ό, τι διαβάζω και ακούω υπάρχουν πολλά ευρωπαϊκά κονδύλια σε αυτό το κομμάτι, είμαστε σε καλό δρόμο, όμως φυσικά χρειάζεται ακόμα περισσότερη δουλειά για να τοποθετήσουμε όλον αυτό το χώρο εκεί που πρέπει. Και όχι σαν τη δεύτερη επιλογή αν κάποιος δεν καταφέρει να γίνει γιατρός η δικηγόρος, την κουλτούρα δηλαδή του «Μάθε τέχνη κι άστηνε».
Ποια είναι η ανταπόκριση από την πλευρά των μαθητών; Έχουν αγκαλιάσει το μάθημα;
Η απήχηση που έχει το μάθημα μέχρι στιγμής είναι πολύ πιο πάνω απ’ τις προσδοκίες μου. Είναι 42 μαθητές αν θυμάμαι καλά, αυτοί που ανήκουν στο εξάμηνο που μπορούν να το επιλέξουν και άλλοι 12 που έρχονται επειδή τους αρέσει. Σύνολο 54.
Το μάθημα έκλεισε τώρα το πρώτο εξάμηνο και ο απώτερος στόχος είναι να εξελιχθεί σε μια πλήρως ξεχωριστή κατεύθυνση. Διδάσκεται 6 ώρες την εβδομάδα, από δύο τρίωρα αλλά στο επόμενο εξάμηνο, οι ώρες θα αυξηθούν γιατί μπαίνουν και άλλα τμήματα που θα έχουν δικαίωμα επιλογής.
Εγώ σα διδάσκων, με το χέρι στην καρδιά, έχω να πω ότι είναι συγκινητική η εξέλιξη των φοιτητών και η αγάπη που δείχνουν. Έχω σχέδια παιδιών που έγιναν στο πρώτο μάθημα και αντίστοιχες δουλειές μετά από 15 μαθήματά και η εξέλιξη είναι πραγματικά εκπληκτική. Και είναι αυτό που λέμε, ότι υπάρχει μία μαγιά, μία δεξαμενή παιδιών, τα οποία με τις κατάλληλες προϋποθέσεις, με τους κατάλληλους ανθρώπους, βγάζοντας από το μυαλό τους τη στρεβλή εικόνα που μπορεί να έχουν και φέρνοντάς την κοσμηματοποιία στη σύγχρονη ευρωπαϊκή καθημερινότητα, μπορούν να εξελιχθούν αφάνταστα.
Είναι αυτό το μάθημα ένας τρόπος να διαφυλαχθεί και να μεταδοθεί στις επόμενες γενιές η παράδοση των Ιωαννίνων;
Αυτό θέλουμε και από εκεί ξεκινάμε. Το μάθημα ονομάζεται «αργυροτεχνία» προς τιμήν της παράδοσης των Ιωαννίνων, περιλαμβάνοντας μία ιδιαίτερη προσήλωση σε αυτό κομμάτι, όμως σε γενικές γραμμές το τοποθετούμε στη σφαιρική έννοια του σχεδιασμού και κατασκευής κοσμημάτων.
Έχουμε και την τύχη να είμαστε δίπλα στο μουσείο, οπότε κάνουμε πολλά μαθήματα εκεί και τα παιδιά έχουν άμεση επαφή. Το μάθημα αυτή τη στιγμή είναι πιο ευρύ, γιατί ξεκινάμε από το μηδέν με τρόπους σχεδιασμού, σωστή αποτύπωση και μικρο-τεχνικές όπως φιλιγκράν, ρεπουσέ, σαβάτι, χαρακτική, κοκκίδωση, καρφωτικές, χυτά.
Μιλήστε μας λίγο για τη δική σας πορεία στον κλάδο. Πώς ξεκινήσατε; Είχατε οικογενειακές καταβολές στο κόσμημα;
Λοιπόν, εγώ είμαι γέννημα θρέμμα γιαννιώτης, αλλά όχι γέννημα θρέμμα χρυσοχόος. Η οικογένειά μου δεν έχει καμιά σχέση με την τέχνη της αργυροχρυσοχοΐας.
Από μικρός είχα μια δεξιοτεχνία όσο αφορά τη ζωγραφική και το σχεδιασμό γενικότερα. Όταν ήμουν 15 – 16 χρονών, πήγαμε ένα οικογενειακό ταξίδι στο Παρίσι και περάσαμε από την Place Vendôme ίσως μία από τις πιο διάσημες πλατείες του κόσμου της τέχνης που υπηρετούμε. Εκεί αντίκρισα όλα αυτά τα υπέροχα αντικείμενα, τα οποία είχαν μια λάμψη που δεν είχα ξαναδεί, τη λάμψη της υψηλής κοσμηματοποιίας. Είδα για πρώτη φορά τεράστιες πέτρες, υπέρλαμπρες, να αστράφτουν, χρώματα απίστευτα, και θαμπώθηκα, με κυρίευσαν. Από τότε μπήκε στο μυαλό μου και πολύ νωρίς αποφάσισα ότι αυτό θέλω να κάνω.
Έτσι, παράλληλα με το σχολείο, πήγαινα στη σχολή του Αντώνη Κέλλη, ενός υπέροχου ζωγράφου και φίλου μου πλέον, και ζωγράφιζα «για να ζεσταθώ». Έπειτα τελειώνοντας το λύκειο πήγα κατευθείαν για σπουδές στο Παρίσι, όπου επέλεξα να κάνω τη σχολή μου σε 2 αντί για 4 χρόνια με γεμάτο 8ωρο πρόγραμμα καθημερινά. Αφού τέλειωσα τη σχολή και έδωσα παν – γαλλικές εξετάσεις, έμεινα άλλους 6 μήνες για να κάνω εξειδίκευση στο κομμάτι του σχεδίου και στη συνέχεια έκανα πρακτική στα εργαστήρια του Cartier για 6 μήνες, όπου απέκτησα σημαντική εμπειρία σχετικά με τις κατασκευές.
Μετά, υπέγραψα συμβόλαιο με ένα γραφείο στη Γαλλία «μελέτης σχεδιασμού και κατασκευής πρωτοτύπων» όπου ουσιαστικά μέσα από ομάδες σχεδιαστών και κατασκευαστών φτιάχναμε πολλά και διάφορα πρωτότυπα σχέδια, πάντα στην κατηγορία της υψηλής κοσμηματοποιίας, τα οποία μετά δειγματίζονταν σε διάφορους οίκους και αγοράζονταν τα δικαιώματα τους αυτούσια ή μας τα εκχωρούσαν για να φτιάξουμε συλλογές. Έμεινα σε αυτό το γραφείο για 2 χρόνια. Συνολικά παραπάνω από 5 χρόνια στο Παρίσι, ένα πολύ μεγάλο σχολείο τόσο από άποψη κατάρτισης όσο και από άποψη καθημερινής επαφής.
Το 2004 επέστρεψα στην Ελλάδα και αποφάσισα να εγκατασταθώ στην Αθήνα, έχοντας όμως πολύ καλές σχέσεις με τη Γαλλία, πηγαίνοντας τακτικά, και διατηρώντας κάποια συμβόλαια με ορισμένους οίκους όπου είχα συνεργασία σχεδιασμού. Στην Αθήνα, ξεκίνησα να δουλεύω ως υπεύθυνος σχεδιασμού για διαφόρους Έλληνες κατασκευαστές. Έχω δουλέψει και σαν μόνιμος εσωτερικός υπάλληλος αλλά κυρίως ήμουν εξωτερικός συνεργάτης για διάφορα μεγάλα κοσμηματοπωλεία και οίκους της Αθήνας.
Το 2007 επέστρεψα στα Γιάννενα και άνοιξα δικό μου κατάστημα, ενώ σήμερα δουλεύω και ως υπεύθυνος σχεδιασμού στην Κοσμηματοποιία Kouzoupis SA.
Ωστόσο, θέλω να αναφέρω ότι δυσκολεύτηκα αρκετά όταν ήρθα στην Ελλάδα. Βρήκα μία κατάσταση όπου το επάγγελμα του δημιουργού – σχεδιαστή κοσμημάτων ουσιαστικά δεν υπήρχε, ενώ τα δεδομένα της ελληνικής αγοράς και κυρίως η αντιμετώπιση των ανθρώπων του χώρου, μου ήταν κάτι τελείως ξένο. Η δημιουργικότητα πήγαινε στο βρόντο και το να προσπαθείς να τη βάλεις στο εμπορικό κομμάτι σκόνταφτε πάντα στο βωμό των αριθμών, του κέρδους. Δεν ήξερα αν είχα κάνει σωστή επιλογή που γύρισα, όμως πορεύτηκα με μία επιθυμία να ξεπεράσω αυτή τη νοοτροπία και στα 45 μου πλέον μπορώ να πω ότι το κέρδισα.
Είναι κάτι που πήρε πολύ χρόνο. Υπήρξαν πολλές συνεργασίες πετυχημένες και μη, που όμως δε μετανιώνω για καμία, γιατί τις θεωρώ μεγάλο σχολείο.
Τι είναι αυτό που σας ώθησε να ασχοληθείτε με την εκπαίδευση;
Στο κομμάτι της εκπαίδευσης ασχολούμαι χρόνια, κάνω εργαστήρια αργυροτεχνίας, σχεδιασμού κοσμημάτων και κατασκευών.
Ξεκίνησα περίπου από το 2015 και έχω κάνει πολλά σεμινάρια, ζωντανά εργαστήρια όπου σχεδιάζαμε και φτιάχναμε τα κοσμήματα επί τόπου, και τώρα είμαι στο πανεπιστήμιο.
Ουσιαστικά αυτό που με παρακινεί είναι το κομμάτι της μετάβασης γνώσεων. Είναι κάτι που μου αρέσει πολύ και το θέλω, και από εκεί και πέρα προχωράνε τα πράγματα και στο ακαδημαϊκό επίπεδο. Νομίζω ότι έχει έρθει η ώρα να δοθεί χώρος στα νέα παιδιά, να μεταφερθεί η γνώση, να μη χαθούν πράγματα, να φύγουμε από τα στενά όρια του να κρατάμε τη γνώση για τον εαυτό μας.
Πόσο αισιόδοξος είστε για το μέλλον;
Είμαι αισιόδοξος από τη φύση μου. Ο συγχωρεμένος ο παππούς μου έλεγε «αντί να καταριέσαι το σκοτάδι, άναψε ένα κερί». Οπότε, θεωρώ ότι είμαστε σε καλό δρόμο.
Οι καιροί βέβαια είναι πραγματικά πολύ δύσκολοι με τις τιμές των μετάλλων που έχουν εκτοξευθεί. Νομίζω όμως ότι στο δημιουργικό κομμάτι υπάρχει ακόμα χώρος και πρέπει να εστιάσουμε σε αυτό.
Νομίζω ότι η επόμενη δεκαετία είναι μια χρυσή ευκαιρία για το κομμάτι των craft. Πρέπει να την πιάσουμε «από τα μαλλιά», και ταυτόχρονα σεμνά και ταπεινά, με κανόνα το να μοιραστούμε και να εξάγουμε επιτέλους αυτή την τέχνη.
Πώς αισθάνεστε που το μικρό παιδάκι στο Παρίσι, είναι σήμερα αναγνωρισμένος σχεδιαστής κοσμημάτων, αλλά και μέρος ενός πολύ σημαντικού εγχειρήματος για την εκπαίδευση;
Οπωσδήποτε αισθάνομαι μεγάλη τιμή και το βλέπω σαν σωστή εξέλιξη. Δε θέλω να λέω μεγάλα λόγια γενικά, και νομίζω ότι το βασικό δεν είναι η αναγνώριση. Το πιο σημαντικό από όλα είναι ότι ανοίγει «η βεντάλια».
Μότο μου είναι «Να μοιραζόμαστε πράγματα, να τα εξελίσσουμε, δε θα τα πάρουμε στον τάφο μας».
Ήρθε η εποχή να μεταφέρουμε τη γνώση. Το να φτιάξουμε στρατιές από τεχνίτες είναι εύκολο, το δύσκολο είναι να βγάλουμε δημιουργικούς ανθρώπους που πάνε ένα βήμα παραπέρα την εξέλιξη και τη φαντασία. Ένα ταλέντο, για να εκφραστεί και να εξελιχθεί, επιδέχεται μόρφωσης. Το να μάθει κάποιος να εμπνέεται κυριολεκτικά από το οτιδήποτε, είναι για εμένα το πιο σημαντικό.
Και στην Ελλάδα έχουμε εξαιρετικούς τεχνίτες. Έχω δει τα μεγαλύτερα εργαστήρια του κόσμου κι έχω δει και τεχνίτες στην Ελλάδα οι οποίοι δεν επιδέχονται σύγκρισης ούτε αμφισβήτησης. Πρέπει να ξαναδώσουμε στον κλάδο αυτή τη λάμψη και αυτή την τεράστια αξία που χάσαμε. Να αγκαλιάσουμε και να εξάγουμε το κομμάτι του χειροποίητου, να εμπιστευθούμε τα νέα παιδιά, σε πολλά από τα οποία βλέπω ότι αρέσουν τα χειροτεχνικά επαγγέλματα. Εμείς είμαστε αυτοί που τα έχουμε απαξιώσει.
Πρέπει να επενδύσουμε στη δημιουργία και το χειροποίητο, να μοιραζόμαστε τις γνώσεις μας και με συλλογικό αίσθημα να μπορέσουμε να γίνουμε εξωστρεφείς, δημιουργικοί και ανταγωνιστικοί.
Σαν κλάδος, να αρχίσουμε να χαράσσουμε πορεία και όχι να ακολουθούμε.




