Τι ανέδειξε η έρευνα του ΙΜΕ-ΓΣΕΒΕΕ για τα χειροτεχνικά επαγγέλματα στην Ελλάδα
Κοινή η ανάγκη θεσμικού σχεδιασμού και οργάνωσης για τη χειροτεχνία, έναν τομέα με τεράστιο τουριστικό αποτύπωμα
Ο κλάδος της αργυροχρυσοχοΐας, ως μέρος του χειροτεχνικού τομέα, αφήνει ισχυρό αποτύπωμα στον τουρισμό, όντας άρρηκτα συνδεδεμένος τόσο με την πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας όσο και με την ανάπτυξή της οικονομίας της. Ωστόσο, παρά τις μεγάλες του δυνατότητες, δεν αξιοποιείται όσο θα μπορούσε και συχνά μένει υπό καθεστώς θεσμικής αδράνειας.
Στην πρόσφατη έρευνα – μελέτη της ΓΣΕΒΕΕ με τίτλο «Ελληνική χειροτεχνία: υφιστάμενη κατάσταση, προκλήσεις και προοπτικές», αναδεικνύονται τόσο οι αναπτυξιακές δυνατότητες των επαγγελμάτων του χειροτεχνικού τομέα, όσο και τα σημαντικά θεσμικά και διαρθρωτικά εμπόδια που τον κρατούν στο περιθώριο. Υπογραμμίζεται επίσης ότι η χειροτεχνία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την κοινωνική συνοχή, την παράδοση και τη διαγενεακή συνέχεια, ενώ ταυτόχρονα διαθέτει σημαντικές προοπτικές απασχόλησης, εξωστρέφειας και καινοτομίας.
Η μελέτη δημοσιεύθηκε το Φεβρουάριο του 2026, περιλαμβάνει τα πορίσματα της δευτερογενούς και ποιοτικής έρευνας και καταλήγει σε προτάσεις πολιτικής γύρω από έναν πυρήνα δύο βασικών αλληλένδετων αξόνων: 1)το θεσμικό, κανονιστικό και επιχειρησιακό πλαίσιο του οικοσυστήματος της χειροτεχνίας και 2) τη δημιουργία ενός χρηματοδοτικού περιβάλλοντος, κατάλληλου για τις χειροτεχνικές επιχειρήσεις.
Πορίσματα μελέτης
Η δευτερογενής έρευνα της μελέτης επικεντρώθηκε στην εξέταση του χρηματοδοτικού πλαισίου στήριξης της χειροτεχνίας και τη διερεύνηση των υφιστάμενων προγραμμάτων και εργαλείων χρηματοδότησης.
Σύμφωνα με τα πορίσματα αυτής, η έλλειψη συντονισμού, η περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδοτικά εργαλεία, η απουσία μηχανισμών αξιολόγησης και αξιόπιστων δεδομένων, καθώς και η ανεπαρκής ενημέρωση των επιχειρήσεων, αποτελούν βασικές αδυναμίες του συστήματος στήριξης στην Ελλάδα.
Ως βασικές προκλήσεις του χειροτεχνικού τομέα παρουσιάζονται: η απειλή από φθηνές εισαγωγές, η δυσκολία διάδοσης της τεχνογνωσίας, η περιορισμένη χρηματοδότηση, η δυσκολία ψηφιακής ένταξης και τέλος η ελλιπής δικτύωση των επαγγελματιών.
Επίσης σημειώνεται, ότι μετά την κατάργηση του ΕΟΜΜΕΧ, υπάρχει έλλειψη θεσμικού συντονισμού και σαφούς στρατηγικής, και παρατηρούνται διάσπαρτες πρωτοβουλίες των Υπουργείων μέσα σε ένα πλαίσιο κατακερματισμένων αρμοδιοτήτων και απουσίας ενός επιτελικού φορέα. Αντίθετα, στην ΕΕ οι θεσμικές ρυθμίσεις και οι δομές όπως τα επίσημα σήματα, τα μητρώα και οι φορείς προώθησης, είναι συνηθισμένα και θεωρούνται δεδομένες οργανώσεις της χειροτεχνικής βιομηχανίας.
Ο χειροτεχνικός τομέας αποτελείται από περίπου 11.000 επιχειρήσεις – μεταξύ των οποίων απαριθμούνται 1.673 αργυροχρυσοχόοι, ένας όγκος που καθιστά τον κλάδο της αργυροχρυσοχοΐας δεύτερο κυρίαρχο μετά την ξυλοτεχνία.
Επίσης, η συντριπτική πλειονότητα των επιχειρήσεων είναι πολύ μικρές (77% ατομικές) και βασίζονται στην αυτοαπασχόληση, γεγονός που τις καθιστά ευάλωτες σε κρίσεις (οικονομικές, ενεργειακές, υγειονομικές). Όπως αναφέρεται στην έρευνα, η μικρή κεφαλαιακή βάση, η αδυναμία ανάπτυξης κλίμακας και η έλλειψη επιχειρηματικής οργάνωσης, περιορίζουν τη βιωσιμότητα, ενώ η παραγωγή υψηλής προστιθέμενης αξίας παραμένει σε χαμηλό επίπεδο.
Από την άλλη, η ποιοτική έρευνα που πραγματοποιήθηκε μέσω συνεντεύξεων και εργαστηρίων, ανέδειξε μία κοινή συμφωνία μεταξύ των συμμετεχόντων ως προς την αναγκαιότητα ολιστικής στρατηγικής για την ανασυγκρότηση του τομέα. Οι φορείς – μέλη της ΓΣΕΒΕΕ και οι επιχειρηματίες επισήμαναν την απουσία θεσμικής μέριμνας για τους χειροτέχνες, αλλά και τη δυναμική της χειροτεχνίας ως παράγοντα τοπικής ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής. Οι εμπειρογνώμονες υπογράμμισαν την ανάγκη σύγχρονων προγραμμάτων κατάρτισης, εναρμονισμένων με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, ενώ τα στελέχη της δημόσιας διοίκησης αναγνώρισαν την ανάγκη θεσμικής ενοποίησης, επισημαίνοντας όμως περιορισμούς σε πολιτικό συντονισμό. Οι χειροτέχνες ζητούν πρόσβαση στη γνώση, στη χρηματοδότηση και στα δίκτυα προβολής. Η ανάλυση SWOT ανέδειξε ως ισχυρά σημεία την αυθεντικότητα, τη δεξιοτεχνία και την πολιτιστική ταυτότητα, ενώ οι σημαντικότερες αδυναμίες αναφέρονται στον κατακερματισμό, την απουσία ψηφιακών υποδομών και την ελλιπή αναγνώριση επαγγελμάτων.
Προτάσεις για πολιτικές και θεσμικές πρακτικές
Στη μελέτη αναγράφεται: «Η ελληνική χειροτεχνία μπορεί να αποτελέσει μοχλό ανάπτυξης της δημιουργικής οικονομίας, υπό την προϋπόθεση ύπαρξης ενιαίας στρατηγικής και συντονισμένης διακυβέρνησης. Η θεσμική ανασυγκρότηση, η στήριξη της νεανικής επιχειρηματικότητας, η επένδυση στην εκπαίδευση και η αξιοποίηση της ψηφιακής τεχνολογίας μπορούν να μετατρέψουν τον τομέα σε πρότυπο βιώσιμης, περιβαλλοντικά ουδέτερης και πολιτισμικά ευαίσθητης ανάπτυξης. Η σύγχρονη χειροτεχνία δεν αποτελεί απλώς συνέχεια της παράδοσης, αλλά ένα δυναμικό κλάδο καινοτομίας που συνδέει το παρελθόν με το μέλλον της ελληνικής παραγωγικής ταυτότητας».
Ανάμεσα λοιπόν στις βέλτιστες πρακτικές που προτείνονται, βρίσκεται η θεσμική αναγνώριση της χειροτεχνίας ως διακριτού παραγωγικού και πολιτισμικού τομέα, η δημιουργία ενός «εθνικού αφηγήματος» της χειροτεχνίας με σκοπό τη στήριξή της στο εξωτερικό, και η δημιουργία προγραμμάτων επαγγελματικής κατάρτισης και αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων. Επίσης επισημαίνεται η ανάγκη προσαρμοσμένων χρηματοδοτικών εργαλείων και η ένταξη του χειροτεχνικού τομέα σε αναπτυξιακούς νόμους, ενώ τονίζεται η σημασία της δημιουργίας ενός εθνικού φορέα συντονισμού, που θα αποτελεί κρίσιμο εργαλείο κεντρικής υποστήριξης, θα συνεργάζεται με τα Υπουργεία και τα επιμελητήρια και θα αποτελεί ένα συμπαγή εκπρόσωπο στις ευρωπαϊκές και διεθνείς θεσμικές συμπράξεις. Ακόμα, προτείνεται η δημιουργία εθνικού μητρώου χειροτεχνίας για να γίνεται δυνατή η καταγραφή δεδομένων, η πολιτική στόχευση, η παροχή κινήτρων και η δημιουργία πλαισίου για επιδοτήσεις και συμμετοχή σε εκθέσεις. Και τέλος, στη μελέτη προάγεται η κατοχύρωση εθνικού σήματος που θα διαφοροποιεί από τις μαζικές εισαγωγές και θα χτίζει εμπιστοσύνη, αλλά και η δημιουργία ενός Κλαδικού Συμβουλίου Δεξιοτήτων που θα έχει συστηματική λειτουργία και θα συμβάλλει στην κατοχύρωση κατάρτισης, τη χρηματοδότηση και την αξιοπιστία.
Προτάσεις προς τους επαγγελματίες
Φυσικά, πέρα από τα θεσμικά κενά και την ανάγκη για συντονισμένη εθνική στρατηγική, προϋπόθεση για την ανάπτυξη κάθε κλάδου είναι η ενεργή συμμετοχή των επαγγελματιών που τον απαρτίζουν. Έτσι, στη μελέτη αναφέρονται ορισμένες προτάσεις που μπορούν να υλοποιηθούν και ατομικά. Αρχικά, προτείνεται η αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών προγραμμάτων όπως το Erasmus + και η «Δημιουργική Ευρώπη», προγράμματα για τα οποία υπάρχει ελλιπής ενημέρωση αλλά ενέχουν πολλές δυνατότητες διεύρυνσης των οριζόντων και ενίσχυσης των δεξιοτήτων, ιδιαίτερα για τους νέους.
Επίσης, προκειμένου να εξελίξουν την κατάρτισή τους, οι επαγγελματίες προτείνεται να συμμετάσχουν σε εκπαιδευτικά προγράμματα, να αναζητήσουν τρόπους ανάπτυξης των δεξιοτήτων τους στα ψηφιακά μέσα και να συνδεθούν με άλλους πολιτιστικούς και δημιουργικούς κλάδους. Τέλος, παρέχονται πρακτικές προτάσεις σχετικά με την ενίσχυση της προώθησης μέσω branding, ψηφιακών εργαλείων, ένταξης στο καθεστώς Προστασίας Γεωγραφικών Ενδείξεων και συμμετοχής σε εκθέσεις.
Ο κλάδος της αργυροχρυσοχοΐας
Σε ειδική αναφορά για τον κλάδο της αργυροχρυσοχοΐας αναγράφεται το εξής: «Ο κλάδος της αργυροχρυσοχοΐας, αν και έχει πληγεί από τη θεσμική αποδυνάμωση (κλείσιμο ΕΛΚΑ), διατηρεί συγκριτικά πλεονεκτήματα, όπως η υψηλή συγκέντρωση επιχειρήσεων, ο εξαγωγικός προσανατολισμός και η ισχυρή σύνδεση της παραγωγής με την πολιτιστική και πολιτισμική παράδοση. Βασική πρόταση του κλάδου αποτελεί η κατάργηση του ειδικού φόρου πολυτελείας, όπως καταγράφεται στη δημόσια συζήτηση, ενώ η στοχευμένη φορολογική ελάφρυνση έχει ήδη τεθεί ως πρόταση πολιτικής».
Ταυτόχρονα, επισημαίνεται στην έρευνα ο καθοριστικός ρόλος των ενεργών συλλογικών φορέων, για να είναι δυνατή η ενιαία έκφραση των συμφερόντων και η παροχή τεκμηριωμένων θέσεων πολιτικής. Εάν υπάρχει κενό ως προς αυτή τη δομή, δυσχεραίνεται η καταγραφή αναγκών, η προώθηση αιτημάτων και η διαμόρφωση ειδικών προγραμμάτων. Η απουσία θεσμικής συγκρότησης καταγράφεται στη μελέτη ως δομική αδυναμία.
Συγκριτικά παραδείγματα ευρωπαϊκών χωρών
Σε σχετικό άρθρο της ΕΡΤ διαβάζουμε μία συγκριτική ανάλυση με τις ευρωπαϊκές πρακτικές, όπου αναφέρεται ότι στην Ευρώπη «τα Συμβούλια Χειροτεχνίας (Craft Councils) αποτελούν βασικό θεσμικό εργαλείο υποστήριξης του χειροτεχνικού τομέα, λειτουργώντας ως ενδιάμεσοι φορείς μεταξύ της πολιτείας και των παραγωγικών κοινοτήτων».
Συγκεκριμένα, στο Ηνωμένο Βασίλειο, την Ιρλανδία, την Ολλανδία και τη Νορβηγία, τα Craft Councils λειτουργούν ως ανεξάρτητες δομές με κρατική υποστήριξη. Μέρος των αρμοδιοτήτων τους είναι να διαχειρίζονται μητρώα χειροτεχνών και να παρέχουν πρόσβαση σε χρηματοδοτικά και προωθητικά εργαλεία, γεγονός που ενσαρκώνει μία έμπρακτη αναγνώριση της χειροτεχνίας ως μίας οικονομικής δραστηριότητας με πολιτιστικές διαστάσεις.
Από την άλλη, στη Γαλλία ο οργανισμός Ateliers d’Art de France, που είναι θεσμικά οργανωμένος, συνδυάζει την επαγγελματική εκπροσώπηση με τις αναπτυξιακές δράσεις και συμβάλλει στη διαμόρφωση του νομοθετικού πλαισίου για την καλλιτεχνική βιοτεχνία και την προστασία της γεωγραφικής προέλευσης μη αγροτικών προϊόντων.
Έπειτα, η Μάλτα και η Κύπρος ακολουθούν περισσότερο κρατικοκεντρικά μοντέλα, με εθνικούς φορείς που συνδυάζουν ρυθμιστικές, συμβουλευτικές και εμπορικές λειτουργίες, ενώ η Ιταλία υιοθετεί ένα αποκεντρωμένο σύστημα, όπου οι περιφέρειες έχουν κεντρικό ρόλο στη ρύθμιση, την πιστοποίηση και τη προώθηση της χειροτεχνίας. Τέλος, στη Γερμανία μέσα από ένα ιδιαίτερα ανεπτυγμένο θεσμικό και εκπαιδευτικό πλαίσιο, και τον Κώδικα Χειροτεχνίας να ρυθμίζει επαγγελματικά δικαιώματα, μητρώα, εκπαίδευση και πιστοποίηση, αναδεικνύεται η σημασία της εξειδίκευσης και της ποιότητας του ανθρώπινου δυναμικού ως βασικού πυλώνα του τομέα.
Πηγές: ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, EΡΤ




